Παρασκευή, 17 Δεκεμβρίου 2010

Προσοχή! Στα επόμενα χιλιόμετρα η ταχύτητα ελέγχεται με ραντάρ.

"Αυτό που ξέρω είναι ότι εμείς σας αγαπούμε,

το πόσο εσείς μας αγαπάτε, θα το δείξετε την επόμενη Κυριακή"

Στυλιανός Παττακός (σε ομιλία του στο λαό)


Στις περισσότερες χώρες του πλανήτη η ταχύτητα στο εθνικό οδικό δίκτυο ελέγχεται από τη τροχαία με ειδικές κάμερες ταχύτητας. Δεν γνωρίζω όμως άλλη χώρα πλην της Ελλάδας στην οποία να υπάρχει ειδική οδική σήμανση η οποία προειδοποιεί τους οδηγούς σχετικά με την ύπαρξη των εν λόγω ραντάρ. Να υπάρχουν δηλαδή ταμπέλες που γράφουν: «Προσοχή! Στα επόμενα χιλιόμετρα η ταχύτητα ελέγχεται με ραντάρ».

Προκύπτει λοιπόν εύλογα ένα ερώτημα: «Ποιος είναι αυτός που τοποθετεί τις προειδοποιητικές ταμπέλες στις εθνικές οδούς;». Η απάντηση λυπάμαι αλλά δεν είναι προφανής. Γιατί αν απαντήσετε το φαινομενικά προφανές ότι δηλαδή τις ταμπέλες τις βάζει η τροχαία, δηλαδή το κράτος, τότε θα πρέπει να βρείτε μια έξυπνη απάντηση στο ακόλουθο ερώτημα: «και τότε ποιος τοποθετεί τις κάμερες ταχύτητας;» Θα απαντήσετε «πάλι το κράτος» ; Δηλαδή το κράτος πρώτα τοποθετεί τις κάμερες ταχύτητας και στη συνέχεια μας προστατεύει από τον ίδιο του τον εαυτό του ενημερώνοντας μας ότι υπάρχουν κάμερες ταχύτητας; Και αν είναι έτσι τελικά το κράτος τι από τα δύο επιθυμεί; Να μας ελέγξει και πιθανώς –αν είμαστε παραβάτες -να μας τιμωρήσει; ή να μας προστατέψει από τις κάμερες και κατά συνέπεια να συντηρήσει τη παράνομη συμπεριφορά μας;

Σε άλλο σημείο του εθνικού οδικού δικτύου η τροχαία ενημερώνει μέσω σήμανσης τους διερχόμενους οδηγούς ότι «στα επόμενα χιλιόμετρα συμβαίνουν θανατηφόρα ατυχήματα». Σκέφτεται λοιπόν κανείς ότι για να συμβαίνουν συστηματικά στα επόμενα χιλιόμετρα θανατηφόρα ατυχήματα μάλλον κάποιο πρόβλημα κακοτεχνιών υπάρχει στο συγκεκριμένο σημείο του οδικού δικτύου. Οπότε, πάλι το κράτος μας προστατεύει από τον εαυτό του δηλαδή από τις κακοτεχνίες που το ίδιο δημιούργησε. Θέλει το καλό μας; Αν ναι, γιατί δεν διορθώνει τις επικίνδυνες κακοτεχνίες; Θέλει το κακό μας; Τότε γιατί μας προειδοποιεί και δεν μας αφήνει να «φουντάρουμε» με την ησυχία μας;

Τα δύο παραπάνω παραδείγματα είναι κλασικές καταστάσεις «διπλού μηνύματος» (double bind). Ως διπλό μήνυμα ορίζεται από το Gregory Bateson η επώδυνη συναισθηματικά κατάσταση που αντιμετωπίζει ένα υποκείμενο (ή ομάδα υποκειμένων) όταν καλείται να ανταποκριθεί ταυτόχρονα σε δύο αντικρουόμενες μεταξύ τους απαιτήσεις ενώ την ίδια στιγμή δεν του επιτρέπεται να επισημάνει την εσωτερική αντίφαση. Το βασικό χαρακτηριστικό των καταστάσεων «double bind» είναι ότι η εσωτερική αντίφαση δεν είναι ξεκάθαρη και έτσι το υποκείμενο αδυνατεί αφενός μεν να αντιληφθεί και αφετέρου να καταργήσει το παράδοξο δίλημμα μέσα στο οποίο βρίσκεται. Στις περιπτώσεις αυτές το άτομο πράττει εξ’ ορισμού λανθασμένα -αφού επιτυχής απόκριση στη μία απαίτηση σημαίνει αυτόματα αποτυχία απόκρισης στην άλλη- και καλείται να αντιμετωπίσει το αγχογόνο συναίσθημα αυτής της αποτυχίας.

Δυστυχώς η εμπειρία της επικοινωνίας με το ελληνικό κράτος μέσω «διπλών μηνυμάτων» δεν περιορίζεται αυστηρά στη σήμανση των εθνικών οδών. Το double bind, θα λέγαμε, είναι ο κυρίαρχος τρόπος επικοινωνίας του πολίτη με την κυβέρνηση του ελληνικού κράτους διαχρονικά και σε όλα τα επίπεδα.

Πάρτε για παράδειγμα τη περίπτωση του περίφημου Μνημονίου. Τι μήνυμα περνάει η κυβέρνηση του ΠαΣοΚ εδώ και περίπου έξι μήνες; «Η Κυβέρνηση «υποχρεώνεται» από τη Τρόικα να εφαρμόσει κάποια «απολύτως απαραίτητα μέτρα» προκειμένου η χώρα να γλυτώσει τη χρεοκοπία». Ποιό ασφαλές συμπέρασμα μπορεί να εξάγει ο μέσος πολίτης ακούγοντας αυτή τη διατύπωση; Φαντάζομαι κανένα. Διότι αν μεν τα μέτρα είναι όντως «απολύτως απαραίτητα» κανείς δεν μπορεί να καταλάβει γιατί η ελληνική κυβέρνηση «πρέπει να υποχρεωθεί» προκειμένου να τα εφαρμόσει. Αν από την άλλη η κυβέρνηση όντως «υποχρεώνεται» από τη Τρόικα να εφαρμόσει τις ρήτρες του Μνημονίου τότε κανείς δεν καταλαβαίνει γατί πρέπει πειστούμε σχετικά την χρησιμότητα των μέτρων. Θα αρκούσε φαντάζομαι να μας δηλώσει ότι απλώς της επιβάλλονται και ότι δεν έχει άλλη επιλογή.

Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω αν η επικοινωνία μέσω double bind αποτελεί πολιτική απόφαση που συνειδητά στοχεύει στη δημιουργία σύγχυσης του ακροατηρίου ή απλώς αποτελεί παρενέργεια της εθνική μας ανωριμότητας. Αυτό που έχει αξία να επισημανθεί είναι ότι το «διπλό μήνυμα» δημιουργεί καίρια σύγχυση και τελικά υπονομεύει την αποτελεσματικότητα οποιαδήποτε πολιτικής προσπάθειας. Αν η ίδια η κυβέρνηση στέκει με αίσθημα αμφιθυμίας απέναντι στις πολιτικές της αποφάσεις, πως περιμένουμε να σταθεί ο πολίτης; Αν οι υπουργοί περιφέρονται από κανάλι σε κανάλι παριστάνοντας τις «μωρές παρθένες» για το κακό που τους βρήκε, ο πολίτης πως πρέπει να αντιδράσει; Το μεγάλο πρόβλημα με την ελληνική κυβέρνηση αυτή τη στιγμή είναι ότι αρνείται να αναλάβει την πολιτική ευθύνη της θεωρητικής υποστήριξης των αποφάσεων της. Οι σχεδιαζόμενες μεταρρυθμίσεις αποτελούν πρόταση μακροχρόνιας ανάπτυξης και κοινωνικής δικαιοσύνης; Ναι ή Όχι; Η κυβέρνηση αρνείται πεισματικά να απαντήσει και να στείλει ένα ξεκάθαρο μήνυμα. Σε πρόσφατη συνέντευξη του μάλιστα ο αντιεξουσιαστής πρωθυπουργός της χώρας δήλωσε το πρωτοφανές: «Οι πολίτες έχουν δίκιο. Και εγώ θα διαδήλωνα αν ήμουν στη θέση τους»!

Πρέπει να αντιληφθούμε ότι η αποτελεσματικότητα κάθε πολιτικής κρίνεται σε τελική ανάλυση από τη καθαρότητα των συμβολισμών της. Μόνο μέσω καθαρών συμβολισμών μπορεί να υπάρξει κοινή αφήγηση και ως εκ τούτου κοινή στοχοθεσία. Το «διπλό μήνυμα» είναι εγγύηση πολιτικής αποτυχίας. Θολώνει τα νερά και δεν αφήνει περιθώρια σοβαρής πολιτικής υποστήριξης οποιασδήποτε πολιτικής πρότασης. Δεν είναι δυνατόν να δηλώνεις ότι στοχεύεις στη πάταξη της φοροδιαφυγής και την ίδια στιγμή να νομιμοποιείς τη «περαίωση εκκρεμών φορολογικών υποθέσεων». Η πολιτική σου θα αποτύχει. Δεν είναι δυνατόν να μιλάς για καταπολέμηση της παραοικονομίας και ταυτόχρονα να νομοθετείς κατάργηση του πόθεν έσχες στη πρώτη κατοικία, έτσι ώστε να αγοράσουν σπιτάκι στα βλαστάρια τους ακριβώς εκείνοι που διαθέτουν μαύρο χρήμα. Αν δεν έχει πειστεί η ίδια η κυβέρνηση για την αξία της πολιτική της, πως μπορούν να πειστούν οι υπόλοιποι;

Για την ιστορία αξίζει να σημειώσουμε ότι οι έρευνες του Gregory Bateson σχετικά με το double bind έδειξαν έντονη συσχέτιση μεταξύ αυτής της μορφής επικοινωνίας και της σχιζοφρένειας. Πιο συγκεκριμένα βρέθηκε ότι σε οικογένειες που η επικοινωνία εμπεριείχε πλήθος «διπλών μηνυμάτων» τα παιδιά έτειναν να εμφανίζουν περισσότερο συμπτωματολογία σχιζοφρένειας. Αυτή η παρατήρηση μπορεί νομίζω να μας φανεί ιδιαιτέρως χρήσιμη. Ίσως να εξηγεί μερικώς τη σχιζοφρενική συμπεριφορά του μέσου νεοέλληνα. Ίσως ακόμα να αποκαλύπτει τι εννοούσαν οι σύντροφοι του ΠαΣοΚ όταν στα ένδοξα 80’s τραγουδούσαν μετά μανίας «θα τον τρελάνουμε το φίλο, σίγουρα ναι». Κοιτάζοντας με προσοχή τη νεοελληνική κοινωνία τριάντα περίπου χρόνια μετά, θεωρώ ότι βρίσκονται πολύ κοντά στις τότε επιδιώξεις τους.