Τρίτη, 1 Μαΐου 2012

Μια φράση –φάντασμα- πλανιέται πάνω από την Ελλάδα


«Όταν ένας πολιτισμός διαισθάνεται το τέλος του, φωνάζει τον παπά»

Αντρέ Μαλρό
Μια φράση –φάντασμα- πλανιέται πάνω από το πολιτικό σύστημα της Ελλάδας. Η φράση-σλόγκαν των κομμάτων της Αριστεράς και των πάσης απόχρωσης αγανακτισμένων. «Δεν μπορούν να μας βγάλουν από τη κρίση, αυτοί που μας έφτασαν ως εδώ». Δεν μπορούν δηλαδή να μας βγάλουν από τη κρίση τα κομμάτα εξουσίας που κυριάρχησαν στη χώρα μεταπολιτευτικά και οδήγησαν με πράξεις και παραλείψεις τους στο σημερινό αδιέξοδο. Είναι αλήθεια έτσι;

Θεωρώ ότι η συγκεκριμένη φράση μπορεί να είναι εν μέρει σωστή ή τελείως λάθος, ανάλογα με το νόημα που της δίνει κανείς. Φοβάμαι πως η πλειοψηφία του κόσμου την αντιλαμβάνεται με εντελώς λάθος τρόπο. Η Βάσει της κυρίαρχης νοηματοδότησης τα κόμματα εξουσίας (ΠΑΣΟΚ, ΝΔ) δεν είναι σε θέση να οδηγήσουν σε έξοδο από τη κρίση γιατί είναι «ανήθικα», «διεφθαρμένα» και  «προσκυνημένα στους ξένους». Δηλαδή, η ανεπάρκεια του πολιτικού συστήματος της χώρας οφείλεται στην ανεπάρκεια ηθικού αναστήματος και στο έλλειμμα πατριωτισμού των κυρίαρχων «πολιτικών ελίτ» (sic). Βάσει της ίδιας συλλογιστικής τα αίτια της οικονομικής κρίσης ανάγονται αποκλειστικά σε ελλείψεις ηθικής τάξεως και δε σχετίζονται με τα στρεβλά οικονομικά και πολιτικά κίνητρα του παραγωγικού μοντέλου της χώρας. «Όταν ένας πολιτισμός διαισθάνεται το τέλος του, φωνάζει τον παπά» έλεγε ο Α. Μαλρό και η διαρκής επίκληση της ηθικής από τους αγανακτισμένους Νεοέλληνες μάλλον αυτό αποδεικνύει.

Στην Ελλάδα δυστυχώς παράγουμε πολύ συναίσθημα και ελάχιστη σκέψη. Και το πολύ τρώει το λίγο. Έτσι, αρνούμαστε να εξετάσουμε τα κίνητρα πίσω από τις ανθρώπινες συμπεριφορές και καταφεύγουμε με καταπληκτική ευκολία στην ηθική προκειμένου να εξηγήσουμε σύνθετα οικονομικά και κοινωνικά φαινόμενα. Στη δική μου αντίληψη τα κόμματα εξουσίας δεν είναι ούτε ηθικά, ούτε ανήθικα per se. Δεν επιδιώκουν δηλαδή ούτε το κοινωνικό καλό ούτε το κοινωνικό κακό. Επιδιώκουν απλώς και μόνο να είναι στην εξουσία  γιατί αυτό τους εξασφαλίζει μια σειρά από οφέλη (είναι αυτό που στη πολιτική επιστήμη ορίζεται ως office seekers). Ο τρόπος με τον οποίο καταφέρνουν να βρίσκονται στην εξουσία εξαρτάται από τη δομή της εκάστοτε οικονομίας και τη σχέση αγοράς και δημόσιου τομέα.

Στην Ελλάδα ο δρόμος προς την εξουσία περνούσε από τη νομή του κράτους και τη διεύρυνση του δικτύου των πελατειακών σχέσεων και εξαρτήσεων. Τα κόμματα εξουσίας έπαιξαν αυτό το παιχνίδι διαχρονικά, αυξάνοντας την παρέμβαση του κράτους στην οικονομία (μέσω ατέλειωτων νομοθετικών ρυθμίσεων στη λειτουργία της αγοράς) καθώς αυτό διεύρυνε το δίκτυο των πολιτικών εξαρτήσεων και εξασφάλιζε ψήφους. Με αυτό το τρόπο κατάφερναν να είναι «μεγάλα και πολυσυλλεκτικά» (sic). Η πολιτική αυτή ήταν εξάλλου σε πλήρη συμφωνία και με τις επιθυμίες του μεγαλύτερου τμήματος της ελληνικής κοινωνίας. Μιας κοινωνίας ευρύτατων μικρομεσαίων στρωμάτων που αντιλαμβάνοταν την οικονομία ως ένα παίγνιο μηδενικού αθροίσματος (δηλαδή ως ένα παίγνιο στο οποίο αυτό που κερδίζει ο ένας είναι αυτό που χάνει ο άλλος) και ζητούσε κρατικές παρεμβάσεις και νομοθετικές ρυθμίσεις προς ίδιον όφελος.

Η κρίση χρέους των τελευταίων ετών δημιουργεί ριζικά νέες συνθήκες στη σχέση αγοράς και δημόσιου τομέα και μεταβάλλει άρδην τη δομή των οικονομικών και πολιτικών κινήτρων. Σε αυτό το νέο περιβάλλον -που χαρακτηρίζεται από αδυναμία χρηματοδότησης του δημόσιου τομέα και διαρκή διεθνή έλεγχο της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής- τα παλαιά κόμματα εξουσίας αδυνατούν να συντηρήσουν τα δίκτυα των πελατειακών τους εξαρτήσεων και αυτό αναπόφευκτα οδηγεί σε συρρίκνωση της πολιτικής τους ισχύος. Ο περίφημος «δικομματισμός» καταρρέει επειδή οι κυβερνήσεις δυσκολεύονται ολοένα και περισσότερο να εξασφαλίσουν προνόμια σε φίλιες κοινωνικές ομάδες αλλά και επειδή αδυνατούν να παράσχουν ένα στοιχειώδες δίχτυ κοινωνικής προστασίας σε στρώματα που πραγματικά το έχουν ανάγκη.

Είναι αυτή η κατάρρευση του δικομματισμού μια θετική πολιτική εξέλιξη; Όσοι πιστεύουν στην ηθικιστική ανάγνωση της Πολιτικής και της Ιστορίας απαντούν απερίφραστα «Ναι». Η συλλογιστική τους απλή: Οι διεφθαρμένοι πολιτικοί (τα περιβόητα «λαμόγια») θα φύγουν, οι ενάρετοι θα αναλάβουν την εξουσία και κάπως έτσι θα ζήσουμε εμείς καλά και αυτοί καλύτερα ...εις τον αιώνα των αιώνων αμήν. Στη δική μου αντίληψη η συρρίκνωση της πολιτικής ισχύος των δύο κομμάτων εξουσίας μπορεί υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις να αποτελέσει θετική εξέλιξη και υπό κάποιες άλλες απολύτως αρνητική. Στο μάλλον απίθανο σενάριο που οι τελευταίες προεκλογικές δημοσκοπήσεις επιβεβαιωθούν (οπότε ΝΔ και ΠΑΣΟΚ δε μπορούν να σχηματίσουν ή σχηματίζουν οριακά κυβέρνηση συνεργασίας) το πολιτικό σύστημα μπαίνει σε μια μακρά περίοδο ομηρίας με ενισχυμένο το ρόλο της Αριστεράς. Δεδομένης δε, της μαξιμαλιστικής και λαϊκίστικης ρητορικής που χαρακτηρίζει δυστυχώς τα περισσότερα αριστερά κόμματα η όλη κατάσταση γίνεται εξόχως εκρηκτική.

            Σε περίπτωση που ο δικομματισμός πληγεί μεν αλλά δεν καταρρεύσει και με δεδομένους πάντα τους αυστηρούς εξωτερικούς περιορισμούς στην ασκούμενη οικονομική πολιτική, δημιουργούνται οι προϋποθέσεις να «μας βγάλουν από τη κρίση αυτοί που μας έφτασαν ως εδώ». Δημιουργούνται οι προϋποθέσεις γιατί η δομή της της ελληνικής οικονομίας αλλάζει και ο τύπος του πολυσυλλεκτικού κόμματος που κατάφερνε να επικρατεί μέσω πελατειακών σχέσεων και εξαρτήσεων καθίσταται πλέον μη βιώσιμος. Προϋποθέσεις δεν σημαίνει φυσικά βεβαιότητα. Ειδικά όταν πολιτικές μεταλλάξεις τέτοιου βάθους απαιτούν χρόνο που στην περίπτωση της Ελλάδας δεν υπάρχει. Πολλές  ασταθείς και αβέβαιες πολιτικές ισορροπίες θα καθορίσουν το τελικό αποτέλεσμα. Ο αριθμός και ο τύπος των κομμάτων που θα βρίσκονται στη Βουλή στις 7 Μαΐου έχει ιδιαίτερη σημασία. Προσωπικά θεωρώ κρίσιμη παράμετρο την είσοδο στην Βουλή –και τη συμμετοχή σε μια πιθανή κυβέρνηση συνεργασίας- ενός ή περισσότερων κόμματων με φιλοευρωπαϊκό και ξεκάθαρα μεταρρυθμιστικό προσανατολισμό. Τα κόμματα αυτά θα μπορούσαν να έχουν σε αυτή τη φάση το ρόλο πολιτικού καταλύτη σπρώχνοντας τους μεγάλους προς τη κατεύθυνση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων (που επειδή ακριβώς πλήττουν το δίκτυο πελατειακών σχέσεων των κομμάτων εξουσίας έχουν τεράστιο πολιτικό κόστος τόσο για τη ΝΔ όσο και για το ΠΑΣΟΚ) και υπερασπιζόμενα χωρίς περιστολές και παλινωδίες τις επιχειρούμενες αλλαγές. Σε κάθε περίπτωση, ο καιρός γαρ εγγύς.


Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2012

Επίσκεψη στον Αγγελόπουλο



Άκουσα πρώτη φορά το όνομα του Θεόδωρου Αγγελόπουλου το φθινόπωρο του 1992 σ’ ένα φροντιστήριο στη πλατεία Κάνιγγος. Σε έναν από αυτούς τους χώρους που κάποιοι υποτιμητικά χαρακτηρίζουν ως «χώρους παρα-παιδείας», εγώ γνώριζα για πρώτη φορά -μετά από έντεκα χρόνια φοίτησης στο ελληνικό δημόσιο σχολείο- τι σημαίνει πραγματική Παιδεία. Χρωστάω αυτή την ακριβή συνάντηση στην Αιμιλία. Εκείνη ήταν που μου έδειξε ότι η Γνώση είναι το μεγαλύτερο απ’ όλα τα Πάθη, ότι η Τέχνη είναι ζωή και η Επιστήμη μια συναρπαστική παρτίδα σκάκι που δε τελειώνει ποτέ. Το κυριότερο, με έμαθε να τολμώ να αναγνωρίζω τον εαυτό μου και τις ανάγκες μου μέσα στα έργα των λεγόμενων «μεγάλων δημιουργών». Να μη φοβάμαι να σκέφτομαι. Τότε ήταν που υποψιάστηκα –για πρώτη φορά στη ζωή μου -ότι η πραγματικότητα δεν είναι το άθλιο τσίρκο που έβλεπα τριγύρω μου και ότι υπάρχει μια «άλλη Ελλάδα» που ζει και δημιουργεί σε ένα περιβάλλον αξιοπρέπειας και αυστηρά χαμηλών τόνων. Τότε θα ήταν μάλλον που καρφώθηκε στο μυαλό μου η παλαβή ιδέα ότι αυτή την «άλλη Ελλάδα» θα ήθελα και εγώ κάποια στιγμή να καταφέρω να υπηρετήσω.

Εκείνο το χειμώνα είδα τις περισσότερες ταινίες του. «Τοπίο στην Ομίχλη», «Ταξίδι στα Κύθηρα», «Μελισσοκόμο», «Μετέωρο βήμα του Πελαργού». Άκουγα τις μουσικές συνθέσεις της Καραΐνδρου. Διάβαζα αναλύσεις και κριτικές, έψαχνα συνεντεύξεις. Καταλάβαινα ελάχιστα απ’ όσα διάβαζα αλλά συνέχιζα ακάθεκτος, αμετανόητος σχεδόν ταγμένος. Έψαχνα τις ταινίες του παντού. Πήγαινα στα άθλια συνοικιακά video clubs του Περιστερίου και ρωτούσα τις έκπληκτες υπαλλήλους αν έχουν Θεόδωρο Αγγελόπουλο. Αναζητούσα το «Θίασο» ανάμεσα σε ταινίες του Ψάλτη και του Στήβ Ντούζου. Σίγουρα κωμικοτραγικό θέαμα αλλά τι να κάνουμε; Έτσι είναι οι έρωτες.

Έκτοτε κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι. Διάβασα πολλά και διάφορα, συναναστράφηκα πολλούς αξιόλογους ανθρώπους, άλλαξα και αλλάζοντας αμφισβήτησα πολλές από τις τότε αγάπες μου. Σήμερα, αν και εξακολουθώ να θεωρώ τον Αγγελόπουλο ένα δημιουργό μεγάλου βεληνεκούς δεν είμαι καθόλου σίγουρος ότι ο κινηματογράφος του με αφορά σε προσωπικό επίπεδο. Εξακολουθεί να με συγκινεί πάντα η βαθιά, απαρτιωτική ματιά του στην Ελληνική Ιστορία, το ψύχραιμο βλέμμα του στην ανθρώπινη περιπέτεια αλλά μάλλον με συναντώ πολύ περισσότερο σε έργα άλλων δημιουργών. Είδα με επιφύλαξη τις τελευταίες του ταινίες και απέφυγα να πάω στις αίθουσες για να δω τη «Σκόνη του Χρόνου».

Ο βίαιος θάνατος του σήμερα με κλόνισε. Δεν γνωρίζω γιατί. Δεν έχω ιδέα. Κάτι πολύτιμο αισθάνομαι όμως ότι εκλείπει για πάντα. Ίσως είναι η ψύχραιμη ματιά στο Συναίσθημα και την Ιστορία. Πολύτιμη ματιά, ειδικά σήμερα που η υστερία υποκαθιστά την Ιστορία και η φανατισμένη σκέψη φαίνεται να κερδίζει έδαφος παντού. Δεν ξέρω. Ίσως πάλι εκλείπει κάτι δικό μου. Η πίστη μου σε αυτή την εν δυνάμει πραγματικότητα, την «έσω Ελλάδα» που ερωτεύτηκα άπαξ και διαπαντός εκείνο το φθινόπωρο του 1992 και την οποία δεν σταμάτησα ποτέ να αναζητώ, με χίλιους τρόπους, μέχρι σήμερα. Δύσκολοι καιροί.

«Σας εύχομαι υγεία και ευτυχία αλλά δεν μπορώ να κάνω το ταξίδι σας/ Είμαι επισκέπτης/ Το κάθε τι που αγγίζω με πονάει πραγματικά/ κι έπειτα δεν μου ανήκει/ Όλο και κάποιος βρίσκεται να πει "δικό μου είναι"/ Εγώ δεν έχω τίποτε δικό μου είχα πει κάποτε με υπεροψία/ Τώρα καταλαβαίνω πως το τίποτε είναι τίποτε/ Ότι δεν έχω καν όνομα/ Και πρέπει να γυρεύω ένα κάθε τόσο/ Δώστε μου ένα μέρος να κοιτάω/ Ξεχάστε με στη θάλασσα/ Σας εύχομαι υγεία και ευτυχία».

[Θεόδωρος Αγγελόπουλος]




Κυριακή, 23 Οκτωβρίου 2011

Κούρεμα 50%



Το κούρεμα με τη ματιά των Monty Pythons

Σάββατο, 23 Ιουλίου 2011

Ένα σερβίτσιο λιγότερο...




«Η χούντα δεν τελείωσε το ‘73»

(Ανώνυμου Αγανακτισμένου)


Σαν να μην έφτανε το πανό-καταγγελία των αγανακτισμένων που δήλωνε ότι η Χούντα δεν τελείωσε το ’73 (κάτι απολύτως ορθό καθώς η περίοδος Ιωαννίδη (1973-1974) θεωρείται –εξ’ όσων γνωρίζω- από τους ιστορικούς επίσης περίοδος δικτατορίας!) ήρθε τώρα και η απόφαση του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ κου Αλέξη Τσίπρα να μη παρευρεθεί στην εκδήλωση για την αποκατάσταση της Δημοκρατίας στο προεδρικό μέγαρο γιατί όπως λέει σε επιστολή του η «Δημοκρατία υποφέρει εξαιτίας της πλήρους παράδοσης της χώρας μας στο ΔΝΤ». Η επιστολή του κου Τσίπρα είναι σαφής και δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνειών. Στην Ελλάδα σήμερα βιώνουμε καθεστώς ψευδό-δημοκρατίας αν όχι καθαρής δικτατορίας.

«Η Δημοκρατία υποφέρει εξαιτίας της πλήρους και άνευ όρων παράδοσης της χώρας μας από την κυβέρνηση στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, προκαλώντας φτώχεια, ανεργία και απελπισία στην πλειοψηφία των συμπολιτών μας. Πονάει από τα ισχυρά πλήγματα που επέφεραν μεθοδεύσεις που παρακάμπτουν τη λαϊκή κυριαρχία και δρομολογούν οδυνηρές εξελίξεις ερήμην του λαού. Δακρύζει εξαιτίας των τριών χιλιάδων δακρυγόνων που οι εντεταλμένες αστυνομικές δυνάμεις εκτόξευσαν στις 29 Ιουνίου σε ειρηνικούς διαδηλωτές, προκαλώντας ανήκεστες βλάβες σε συμπολίτες μας.»

Παρακάμπτω το βερμπαλιστικό ύφος της επιστολής (εξάλλου ο συγκεκριμένος πολιτικός χώρος εμφανίζει χρόνιο εθίσμό σε αυτό το στυλ) καθώς και την "socialist realism" έμπνευσης εικόνα της δημοκρατίας που "πονάει" και "δακρύζει" από τα δακρυγόνα προκειμένου να θέσω το ακόλουθο ερώτημα. Εφόσον η απόφαση της μη συμμετοχής στην εκδήλωση ελήφθη μόλις φέτος, όλα τα προηγούμενα χρόνια αναγνωρίζεται -εμμέσως πλην σαφώς- ακόμα και από το ΣΥΡΙΖΑ ότι το πολίτευμα της χώρας ήταν δημοκρατικό. Δηλαδή, συμφωνούμε επιτέλους ότι τη δεκαετία του ’80 οπότε και «χτίστηκε» το μεγαλύτερο τμήμα του δημόσιου χρέους η χώρα δε διοικούνταν από κάποιον παρανοϊκό δικτάτορα, ούτε από κάποια κομαντατούρ αλλά από δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις οι οποίες μάλιστα όσο περισσότερο δανείζονταν και ξόδευαν τόσο περισσότερο αυξάναν το πολιτικό τους κεφάλαιο. Αναφορικά προς το τελευταίο αξίζει να υπενθυμίσω ότι το ΠΑΣΟΚ στις εκλογές του 1981 πήρε ποσοστό 48.07% (ήτοι 2.726.309 ψήφους) και το 1985 που το «ραντεβού με την ιστορία» είχε εμπεδωθεί για τα καλά στη συνείδηση του λαού έλαβε ποσοστό 45.82% (ήτοι 2.916.450 ψήφους). Τα ένδοξα εκείνα χρόνια-αν δεν κάνω λάθος- την οικονομική πολιτική της χώρας δεν την αποφάσιζαν οι ξένες δυνάμεις της Τρόικας και του ΔΝΤ. Εκείνη τη περίοδο η «Ελλάδα ανήκε στους Έλληνες».

Βάσει της παραπάνω συλλογιστικής καταλήγουμε στη κοινή θέση ότι το δημόσιο χρέος δημιουργήθηκε από κυβερνήσεις που είχαν τη στήριξη της συντριπτικής πλειοψηφίας του ελληνικού λαού και ως εκ τούτου δεν μπορεί να χαρακτηριστεί «απεχθές» όπως υποστηρίζουν διάφορα αμφιβόλου επιστημονικής τεκμηρίωσης βιντεάκια τύπου Debtocracy καθώς και κάποιοι απίθανοι «φωστήρες» της Αριστεράς. Οι κυβερνήσεις της μεταπολίτευσης που κληροδότησαν σε όλες τις μετέπειτα γενιές το τεράστιο δημόσιο χρέος ήταν δημοκρατικά εκλεγμένες και εξαιρετικά αγαπητές στο λαό. (Φαντάζομαι μάλιστα ότι πολλοί από τους κατασκηνωτές της πλατείας Συντάγματος τέτοιες κυβερνήσεις παλαιο-παπανδρεϊκής κοπής θα επιθυμούσαν ακόμα και σήμερα και μάλλον "αγανακτούν" γιατί δεν μπορούν να τις έχουν.)

Δεν γνωρίζω αν αποτελεί πλήγμα η απουσία του Αλέξη από εκδήλωση για την αποκατάσταση της Δημοκρατίας (προσωπικά «βλέπω» μόνο ένα σερβίτσιο λιγότερο) αλλά θεωρώ ότι θα ήταν χρήσιμο κάποια στιγμή να βγάλουμε από το στόμα μας τις διάφορες καραμέλες που πιπιλάμε από τη Μεταπολίτευση και να δούμε τους εαυτούς μας και τη κατάσταση της χώρας χωρίς στερεότυπα και λαϊκίστικες "φωτοβολίδες". Μέχρι να φτάσουμε σε αυτό το σημείο ο μεν Σαμαράς θα υποδύεται τον «τσολιά» στο Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, ο δε κος Τσίπρας τη μία θα εμφανίζεται με έγχρωμη συνοδό στη δεξίωση του προεδρικού μεγάρου (προκειμένου να διαφημίσει τις ευαισθησίες του αναφορικά με τους μετανάστες) και την άλλη θα απορρίπτει τη πρόσκληση (προκειμένου να διατρανώσει την αντίθεση του με το αστυνομοκρατούμενο μη δημοκρατικό καθεστώς). Τέλος, μια μεγάλη μερίδα του ελληνικού λαού θα φαντασιώνει "νέα Πολυτεχνεία" και "εκκλησίες του δήμου" κάνοντας free camping στο Σύνταγμα. Με άλλα λόγια, θα ηδονιζόμαστε με την αυτό-εικόνα μας και θα χαριεντιζόμαστε με τις ιδεοληψίες μας αρνούμενοι κάθε πραγματικότητα.

Παρασκευή, 17 Δεκεμβρίου 2010

Προσοχή! Στα επόμενα χιλιόμετρα η ταχύτητα ελέγχεται με ραντάρ.

"Αυτό που ξέρω είναι ότι εμείς σας αγαπούμε,

το πόσο εσείς μας αγαπάτε, θα το δείξετε την επόμενη Κυριακή"

Στυλιανός Παττακός (σε ομιλία του στο λαό)


Στις περισσότερες χώρες του πλανήτη η ταχύτητα στο εθνικό οδικό δίκτυο ελέγχεται από τη τροχαία με ειδικές κάμερες ταχύτητας. Δεν γνωρίζω όμως άλλη χώρα πλην της Ελλάδας στην οποία να υπάρχει ειδική οδική σήμανση η οποία προειδοποιεί τους οδηγούς σχετικά με την ύπαρξη των εν λόγω ραντάρ. Να υπάρχουν δηλαδή ταμπέλες που γράφουν: «Προσοχή! Στα επόμενα χιλιόμετρα η ταχύτητα ελέγχεται με ραντάρ».

Προκύπτει λοιπόν εύλογα ένα ερώτημα: «Ποιος είναι αυτός που τοποθετεί τις προειδοποιητικές ταμπέλες στις εθνικές οδούς;». Η απάντηση λυπάμαι αλλά δεν είναι προφανής. Γιατί αν απαντήσετε το φαινομενικά προφανές ότι δηλαδή τις ταμπέλες τις βάζει η τροχαία, δηλαδή το κράτος, τότε θα πρέπει να βρείτε μια έξυπνη απάντηση στο ακόλουθο ερώτημα: «και τότε ποιος τοποθετεί τις κάμερες ταχύτητας;» Θα απαντήσετε «πάλι το κράτος» ; Δηλαδή το κράτος πρώτα τοποθετεί τις κάμερες ταχύτητας και στη συνέχεια μας προστατεύει από τον ίδιο του τον εαυτό του ενημερώνοντας μας ότι υπάρχουν κάμερες ταχύτητας; Και αν είναι έτσι τελικά το κράτος τι από τα δύο επιθυμεί; Να μας ελέγξει και πιθανώς –αν είμαστε παραβάτες -να μας τιμωρήσει; ή να μας προστατέψει από τις κάμερες και κατά συνέπεια να συντηρήσει τη παράνομη συμπεριφορά μας;

Σε άλλο σημείο του εθνικού οδικού δικτύου η τροχαία ενημερώνει μέσω σήμανσης τους διερχόμενους οδηγούς ότι «στα επόμενα χιλιόμετρα συμβαίνουν θανατηφόρα ατυχήματα». Σκέφτεται λοιπόν κανείς ότι για να συμβαίνουν συστηματικά στα επόμενα χιλιόμετρα θανατηφόρα ατυχήματα μάλλον κάποιο πρόβλημα κακοτεχνιών υπάρχει στο συγκεκριμένο σημείο του οδικού δικτύου. Οπότε, πάλι το κράτος μας προστατεύει από τον εαυτό του δηλαδή από τις κακοτεχνίες που το ίδιο δημιούργησε. Θέλει το καλό μας; Αν ναι, γιατί δεν διορθώνει τις επικίνδυνες κακοτεχνίες; Θέλει το κακό μας; Τότε γιατί μας προειδοποιεί και δεν μας αφήνει να «φουντάρουμε» με την ησυχία μας;

Τα δύο παραπάνω παραδείγματα είναι κλασικές καταστάσεις «διπλού μηνύματος» (double bind). Ως διπλό μήνυμα ορίζεται από το Gregory Bateson η επώδυνη συναισθηματικά κατάσταση που αντιμετωπίζει ένα υποκείμενο (ή ομάδα υποκειμένων) όταν καλείται να ανταποκριθεί ταυτόχρονα σε δύο αντικρουόμενες μεταξύ τους απαιτήσεις ενώ την ίδια στιγμή δεν του επιτρέπεται να επισημάνει την εσωτερική αντίφαση. Το βασικό χαρακτηριστικό των καταστάσεων «double bind» είναι ότι η εσωτερική αντίφαση δεν είναι ξεκάθαρη και έτσι το υποκείμενο αδυνατεί αφενός μεν να αντιληφθεί και αφετέρου να καταργήσει το παράδοξο δίλημμα μέσα στο οποίο βρίσκεται. Στις περιπτώσεις αυτές το άτομο πράττει εξ’ ορισμού λανθασμένα -αφού επιτυχής απόκριση στη μία απαίτηση σημαίνει αυτόματα αποτυχία απόκρισης στην άλλη- και καλείται να αντιμετωπίσει το αγχογόνο συναίσθημα αυτής της αποτυχίας.

Δυστυχώς η εμπειρία της επικοινωνίας με το ελληνικό κράτος μέσω «διπλών μηνυμάτων» δεν περιορίζεται αυστηρά στη σήμανση των εθνικών οδών. Το double bind, θα λέγαμε, είναι ο κυρίαρχος τρόπος επικοινωνίας του πολίτη με την κυβέρνηση του ελληνικού κράτους διαχρονικά και σε όλα τα επίπεδα.

Πάρτε για παράδειγμα τη περίπτωση του περίφημου Μνημονίου. Τι μήνυμα περνάει η κυβέρνηση του ΠαΣοΚ εδώ και περίπου έξι μήνες; «Η Κυβέρνηση «υποχρεώνεται» από τη Τρόικα να εφαρμόσει κάποια «απολύτως απαραίτητα μέτρα» προκειμένου η χώρα να γλυτώσει τη χρεοκοπία». Ποιό ασφαλές συμπέρασμα μπορεί να εξάγει ο μέσος πολίτης ακούγοντας αυτή τη διατύπωση; Φαντάζομαι κανένα. Διότι αν μεν τα μέτρα είναι όντως «απολύτως απαραίτητα» κανείς δεν μπορεί να καταλάβει γιατί η ελληνική κυβέρνηση «πρέπει να υποχρεωθεί» προκειμένου να τα εφαρμόσει. Αν από την άλλη η κυβέρνηση όντως «υποχρεώνεται» από τη Τρόικα να εφαρμόσει τις ρήτρες του Μνημονίου τότε κανείς δεν καταλαβαίνει γατί πρέπει πειστούμε σχετικά την χρησιμότητα των μέτρων. Θα αρκούσε φαντάζομαι να μας δηλώσει ότι απλώς της επιβάλλονται και ότι δεν έχει άλλη επιλογή.

Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω αν η επικοινωνία μέσω double bind αποτελεί πολιτική απόφαση που συνειδητά στοχεύει στη δημιουργία σύγχυσης του ακροατηρίου ή απλώς αποτελεί παρενέργεια της εθνική μας ανωριμότητας. Αυτό που έχει αξία να επισημανθεί είναι ότι το «διπλό μήνυμα» δημιουργεί καίρια σύγχυση και τελικά υπονομεύει την αποτελεσματικότητα οποιαδήποτε πολιτικής προσπάθειας. Αν η ίδια η κυβέρνηση στέκει με αίσθημα αμφιθυμίας απέναντι στις πολιτικές της αποφάσεις, πως περιμένουμε να σταθεί ο πολίτης; Αν οι υπουργοί περιφέρονται από κανάλι σε κανάλι παριστάνοντας τις «μωρές παρθένες» για το κακό που τους βρήκε, ο πολίτης πως πρέπει να αντιδράσει; Το μεγάλο πρόβλημα με την ελληνική κυβέρνηση αυτή τη στιγμή είναι ότι αρνείται να αναλάβει την πολιτική ευθύνη της θεωρητικής υποστήριξης των αποφάσεων της. Οι σχεδιαζόμενες μεταρρυθμίσεις αποτελούν πρόταση μακροχρόνιας ανάπτυξης και κοινωνικής δικαιοσύνης; Ναι ή Όχι; Η κυβέρνηση αρνείται πεισματικά να απαντήσει και να στείλει ένα ξεκάθαρο μήνυμα. Σε πρόσφατη συνέντευξη του μάλιστα ο αντιεξουσιαστής πρωθυπουργός της χώρας δήλωσε το πρωτοφανές: «Οι πολίτες έχουν δίκιο. Και εγώ θα διαδήλωνα αν ήμουν στη θέση τους»!

Πρέπει να αντιληφθούμε ότι η αποτελεσματικότητα κάθε πολιτικής κρίνεται σε τελική ανάλυση από τη καθαρότητα των συμβολισμών της. Μόνο μέσω καθαρών συμβολισμών μπορεί να υπάρξει κοινή αφήγηση και ως εκ τούτου κοινή στοχοθεσία. Το «διπλό μήνυμα» είναι εγγύηση πολιτικής αποτυχίας. Θολώνει τα νερά και δεν αφήνει περιθώρια σοβαρής πολιτικής υποστήριξης οποιασδήποτε πολιτικής πρότασης. Δεν είναι δυνατόν να δηλώνεις ότι στοχεύεις στη πάταξη της φοροδιαφυγής και την ίδια στιγμή να νομιμοποιείς τη «περαίωση εκκρεμών φορολογικών υποθέσεων». Η πολιτική σου θα αποτύχει. Δεν είναι δυνατόν να μιλάς για καταπολέμηση της παραοικονομίας και ταυτόχρονα να νομοθετείς κατάργηση του πόθεν έσχες στη πρώτη κατοικία, έτσι ώστε να αγοράσουν σπιτάκι στα βλαστάρια τους ακριβώς εκείνοι που διαθέτουν μαύρο χρήμα. Αν δεν έχει πειστεί η ίδια η κυβέρνηση για την αξία της πολιτική της, πως μπορούν να πειστούν οι υπόλοιποι;

Για την ιστορία αξίζει να σημειώσουμε ότι οι έρευνες του Gregory Bateson σχετικά με το double bind έδειξαν έντονη συσχέτιση μεταξύ αυτής της μορφής επικοινωνίας και της σχιζοφρένειας. Πιο συγκεκριμένα βρέθηκε ότι σε οικογένειες που η επικοινωνία εμπεριείχε πλήθος «διπλών μηνυμάτων» τα παιδιά έτειναν να εμφανίζουν περισσότερο συμπτωματολογία σχιζοφρένειας. Αυτή η παρατήρηση μπορεί νομίζω να μας φανεί ιδιαιτέρως χρήσιμη. Ίσως να εξηγεί μερικώς τη σχιζοφρενική συμπεριφορά του μέσου νεοέλληνα. Ίσως ακόμα να αποκαλύπτει τι εννοούσαν οι σύντροφοι του ΠαΣοΚ όταν στα ένδοξα 80’s τραγουδούσαν μετά μανίας «θα τον τρελάνουμε το φίλο, σίγουρα ναι». Κοιτάζοντας με προσοχή τη νεοελληνική κοινωνία τριάντα περίπου χρόνια μετά, θεωρώ ότι βρίσκονται πολύ κοντά στις τότε επιδιώξεις τους.